Ο Ιγκόρ Κνιάζεφ, νεαρός υδρολόγος, χάθηκε στα βουνά μετά από μια πτώση και ξύπνησε σε ένα απομονωμένο χωριό βαθιά στην ταΐγκα. Εκεί τον φρόντισαν… αλλά γρήγορα κατάλαβε πως κάτι δεν ήταν φυσιολογικό.
Στο χωριό ζούσαν μόνο γυναίκες. Όλοι οι άντρες είχαν πεθάνει από μια παλιά ασθένεια. Και ο Ιγκόρ δεν ήταν επισκέπτης — ήταν η «ελπίδα» τους για να συνεχιστεί το γένος.
Τον κρατούσαν, τον φρόντιζαν, αλλά τον χρησιμοποιούσαν χωρίς συναίσθημα, σαν μέσο για να αποκτήσουν παιδιά. Προσπάθησε να αντέξει, μέχρι που έμαθε πως πριν από εκείνον υπήρχε άλλος άντρας… που «εξαφανίστηκε» όταν δεν ήταν πια χρήσιμος.
Η μόνη που τον καταλάβαινε ήταν η Βέγια, μια νεαρή κοπέλα που τον βοήθησε να ελπίζει σε απόδραση.
Όταν εμφανίστηκε ένα ελικόπτερο — η μοναδική του ευκαιρία — ο Ιγκόρ ήταν έτοιμος να σωθεί. Όμως, την τελευταία στιγμή κατάλαβε πως αν έφευγε, η Βέγια θα πλήρωνε το τίμημα.
Έτσι… έσβησε τη φωτιά και έμεινε.
Χρόνια μετά, δεν ήταν πια αιχμάλωτος, αλλά μέρος του χωριού. Έγινε πατέρας, ηγέτης και άλλαξε τους κανόνες, δημιουργώντας μια νέα ζωή.
Και ίσως τελικά, η «φυλακή» του να έγινε το σπίτι του.
