Για δώδεκα χρόνια ο άντρας μου περνούσε κάθε Σαββατοκύριακο στο εξοχικό που είχε κληρονομήσει από έναν θείο. Ποτέ δεν με προσκαλούσε και εγώ ποτέ δεν ρωτούσα.
Μια μέρα αποφάσισα να πάω μόνη μου. Εκεί βρήκα κάτι που δεν ταίριαζε καθόλου με τον άντρα που γνώριζα: λουλούδια, διακοσμητικά, μια περιποιημένη αυλή και ένα ζευγάρι μικρές γυναικείες γαλότσες. Εγώ φοράω 41. Εκείνες ήταν 37.
Μερικές εβδομάδες αργότερα τον ακολούθησα κρυφά. Τον είδα να πίνει καφέ με μια χήρα από το隣ικό οικόπεδο. Δεν φιλιόντουσαν, δεν κρύβονταν. Απλώς μοιράζονταν μια οικειότητα που είχε χαθεί από τον δικό μας γάμο.
Όταν τον αντιμετώπισα, παραδέχτηκε ότι δίπλα της ένιωθε πιο ελαφρύς, πιο ζωντανός. Δεν τον έδιωξα. Αντί γι’ αυτό, άρχισα να πηγαίνω κι εγώ στο εξοχικό.
Σήμερα οι μαύρες γαλότσες μου, νούμερο 41, στέκονται δίπλα στις πράσινες γαλότσες με τις άσπρες βούλες. Και ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται όλη η αλήθεια του γάμου μας.
