Τριάντα μοτοσικλετιστές κατέβαιναν βρυχώμενοι τη Διαδρομή 9 εκείνο το πρωί, κι εγώ άναψα τους φάρους του περιπολικού μου και τους ανάγκασα όλους να σταματήσουν στην άκρη του δρόμου.
Ήμουν αστυνομικός εδώ και δεκαεννέα χρόνια. Ήξερα τι σήμαινε μια τέτοια ομάδα. Δέρματα, τατουάζ, κινητήρες αρκετά δυνατοί ώστε να τρίζουν τα παράθυρα δύο τετράγωνα μακριά.
Κάλεσα για ενισχύσεις πριν καν βγω από το αυτοκίνητό μου. Το χέρι μου έμεινε κοντά στη θήκη του όπλου μου σε όλη τη διαδρομή μέχρι να τους πλησιάσω.
Ο αρχηγός της ομάδας ήταν ένας γίγαντας. Γκρίζα γενειάδα που έφτανε μέχρι το στήθος του, μπράτσα σαν κορμοί δέντρων, και ένα σήμα στο γιλέκο του που δεν αναγνώριζα.
«Άδεια και εγγραφή οχήματος», είπε. Προσπάθησα να κρατήσω τη φωνή μου σκληρή.
Δεν έφερε αντίρρηση. Δεν με έβρισε. Απλά με κοίταξε με αυτά τα κουρασμένα μάτια και είπε: «Αξιωματικέ, δεν ήρθαμε για φασαρίες. Ήρθαμε για ένα μικρό κορίτσι».
Σχεδόν γέλασα. Είχα ακούσει κάθε δικαιολογία που υπήρχε στο βιβλίο.
Τότε έπιασε το εσωτερικό του γιλέκου του. Το χέρι μου πήγε στο όπλο μου. Οι ενισχύσεις απείχαν ακόμα τέσσερα λεπτά κι εγώ ήμουν μόνος μου με τριάντα από αυτούς.
Αλλά δεν έβγαλε όπλο. Έβγαλε μια διπλωμένη φωτογραφία, με φθαρμένες άκρες, σαν να την είχαν κρατήσει χιλιάδες φορές.
Την κράτησε μπροστά στο παράθυρό μου. Και όταν είδα το πρόσωπο σε εκείνη τη φωτογραφία, το στομάχι μου δέθηκε κόμπος, επειδή ήταν ένα παιδί που ήδη γνώριζα. Ήταν το ίδιο μικρό κορίτσι του οποίου η υπόθεση είχε στοιχειώσει ολόκληρο το τμήμα μας για……..(Συνέχεια ανάγνωσης στα ΣΧΟΛΙΑ)
